Προσευχή | proseuxi.gr

Πως θα αποβάλουμε τον παλαιό άνθρωπο;

άγιοι προσευχές μας προσευχή αληθινή παλαιό άνθρωπο

Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός: Πως να αποβάλουμε τον παλαιό άνθρωπο

Περί αποβολής του παλαιού ανθρώπου

Με τον τρόπο της μοναχικής μας διαγωγής είτε πρακτικής, είτε θεωρητικής, επιδιώκουμε να φθάσωμε στο ποθούμενο αποτέλεσμα. Και τούτο ποιό είναι; Ακριβώς, το να απεκδυθούμε τον παλαιό άνθρωπο πού είναι πάθη και επιθυμίες, και, διά της Χάριτος, να ενδυθούμε τον νέο, τον «κατά Θεόν κτισθέντα» και να προκαλέσωμε την θεία Χάρι να έλθη μέσα μας. «Οὐ μόνον δέ, ἀλλά καί αὐτοί τήν ἀπαρχήν τοῦ Πνεύματος ἔχοντες καί ἠμεῖς αὐτοί ἐν ἐαυτοῖς στενάζομεν υἱοθεσίαν ἀπεκδεχόμενοι, τήν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος ἠμῶν». Αυτός είναι ο σκοπός μας. Οι Πατέρες για να μας οδηγήσουν σ’ αυτόν τον στόχο, μας έχουν δώσει διαφόρους τύπους και προγράμματα και τυπικές διατάξεις. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή μήπως αυτές οι διατάξεις των προγραμμάτων πού έχομε, δεν τεθούν σε ορθή βάση, και γίνουν αυτές σκοπός και στόχος, χωρίς να είναι, και χάσουμε έτσι την πραγματικότητα. Γι αυτό χρειάζεται πολλή φιλοσοφία και προσοχή από μέρους μας.

Δύο πτυχές της δικής μας ζωής πού μεταχειριζόμαστε όπως τις ξέρουμε και τις ζούμε κάθε μέρα, είναι η πρακτική και θεωρητική μορφή. Η πρακτική συνίσταται στα σωματικά έργα τα οποία έχουν ως σκοπό να μαράνουν τα σκιρτήματα της διεφθαρμένης παρά φύσιν ζωής του ανθρώπου. «Ἡ ἐγκειμένη ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος ἠμῶν διάνοια», συνεχώς, σαν ένας άλλος νόμος της βαρύτητος, τραβάει τον άνθρωπο έξω από τους ηθικούς νόμους και τον μεταφέρει στην κατάσταση εκείνη την οποία περιγράφει ο Δαβίδ, όπου «παρεσυνεβλήθησαν τοῖς κτήνεσιν τοῖς ἀνοήτοις καί ὁμοιώθησαν αὐτοῖς».

Εάν ο άνθρωπος επιτυχή στο θέμα της πρακτικής, τότε θα τεθή σε ενέργεια το δεύτερο θέμα, το πνευματικό, το θεωρητικό, πού ο νους, ελεύθερος πλέον από την επίδραση της αιχμαλωσίας των αισθητών, θα στραφή προς την θεωρία του Θεού• θα ελευθερωθή από την δική του αιχμαλωσία της λήθης και αναισθησίας και θα αισθανθή την μακαριότητα της μελλούσης ευτυχίας. «Ἐμνήσθην, γάρ φησί, τοῦ Θεοῦ καί εὐφράνθην». Εάν μόνο η μνήμη του Θεού προκαλή ευφροσύνη, πόσο μάλλον η θεωρία Του! Για να γίνη όμως αυτό, όπως είπα, πρέπει να προηγηθούν εύτακτα και κανονικά οι σωματικές πράξεις, αυτό πού στην γλώσσα των Πατέρων μας λέγεται πρακτική.

Για να μιλήσωμε πιο αναλυτικά, η πρακτική επιτυγχάνεται με την υπακοή, τον σωματικό κόπο, την διακονία, πού όλα αυτά αποτελούν την σπονδυλική στήλη της, λεγομένης από την γλώσσα των Πατέρων μας, φιλοπονίας. Μαζί μ’ αυτά ο αγωνιστής κρατάει και την περιεκτική εγκράτεια, την αγρυπνία και την προσευχή. Αυτά όλα μαζί ενωμένα, χωρίς να είναι ο σκοπός, οδηγούν στο ποθούμενο αποτέλεσμα, νεκρώνουν τις κτηνώδεις ορμές, τις παρά φύσιν κινήσεις, οι οποίες, είναι ο όρος της επιθυμίας μιας κτηνώδους καταστάσεως.

Όπως ακριβώς στην φύση των ζώων δεν υπάρχει λογική, αλλά υπάρχει η ορμή. Το ζώο αισθάνεται μία ορμή πείνας η συνουσιασμού και ορμάει να την ικανοποιήση. Πολλές φορές ορμώντας να την ικανοποιήση του στοιχίζει την ζωή του. Δεν το υπολογίζει όμως αυτό, διότι δεν υπάρχει λογική. Υπάρχει η οιστρηλάτηση της ορμής. Αυτή η κατάσταση λέγεται κτηνώδης και παρά φύσιν, επειδή δεν έχει λογική να σταθή εκεί πού πρέπει, αλλά εκεί πού έκαστο πάθος, εκάστη επιθυμία το σπρώχνει.

Είναι αλήθεια ότι μετά την πτώση χάσαμε τον προσανατολισμό μας, ξεχάσαμε ότι είμαστε «κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν Θεοῦ» πλασμένοι• ότι εδώ στον κόσμο είμαστε εξόριστοι και εντός ολίγου θα φύγωμε και θα επανέλθωμε στους χώρους της αιωνιότητος• αλλά ποιας αιωνιότητος; Αιωνιότης υπάρχει και στις δύο πλευρές. Αιωνιότης υπάρχει εκεί πού είναι η ευτυχία και η ευδαιμονία με τον Θεό. Αιωνιότης υπάρχει όμως κι εκεί πού είναι η κόλαση και η συμβίωση με τον διάβολο. Επομένως, ο άνθρωπος με σύνεση πρέπει να ρυθμίση εκείνα πού συντελούν για την ευτυχία του στην αιωνιότητα. Και αυτά μας τα απεκάλυψε ο Θεός με διαφόρους τρόπους, όπως βρίσκουμε στην Γραφή. Παλαιότερα μεν, διά των αγίων ανθρώπων, των Προφητών, μεταγενέστερα δε, διά του θριάμβου της ασυγκρίτου Του ευσπλαχνίας, με την επιδημία του ενός προσώπου της μακαρίας Τριάδος, «τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ», ο οποίος εξεδήλωσε την παναγάπη Του, ειδικά προς τον άνθρωπο. Μας επισκέφθηκε όχι απλώς για να μας παρηγορήση, αλλά φόρεσε την δική μας φύση, κοινώνησε με όλες τις αδυναμίες και ταλαιπωρίες της φύσεώς μας, εκτός της αμαρτίας. Μας μίλησε προσωπικά και μας έδειξε πρακτικά τον τρόπο της επιστροφής από τα έργα του θανάτου στα έργα της ζωής.

Αυτά όλα τα κατέχομε από την αποκάλυψη. Δεν είναι θεωρίες αφηρημένες• δεν είναι συμπεράσματα της ανθρωπίνης γνώσεως, τα οποία οι άνθρωποι κάθε μέρα λέγουν και την επομένη τα ανατρέπουν. Εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ήλθε «ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος» και μάς μίλησε προσωπικά! Μόνο μας μίλησε; Μπήκε μπρός και μάς χάραξε τον δρόμο• τώρα, και με κλειστά τα μάτια, ο δρόμος είναι πλέον ανοικτός. Όποιος θέλει να ανέβη στην ζωή, θ’ ανέβη πατώντας πάνω στα ίχνη «τά ἠμαγμένα» του αρχηγού της σωτηρίας μας και δεν πρόκειται να προσκόψη πουθενά.

Με αυτό το νόημα συνεχίζουμε τον αγώνα και δεν μας ενδιαφέρει, εάν μέσα στις τυπικές μας διατάξεις, μέσα στα εκκλησιαστικά μας τυπικά και τις παραδόσεις, υπάρχει κάτι πού δεν το συλλαμβάνομε με την πεπερασμένη μας γνώση. Είναι τόσο σαφής η παράδοση της αποκαλύψεως, πού είναι και ηλίου φαεινότερη. Βαδίζοντες «δία πίστεως» και όχι «διά συγκρίσεως καί εἴδους», επιτυγχάνουμε την επίσκεψη της Χάριτος του Θεού. Θυμάστε σήμερα τί διαβάσαμε στο Ευαγγέλιο; «Ἑκατοντάρχου τινός, ἠσθένει ὁ δοῦλος», τον οποίο πολύ αγαπούσε και σεβόταν και έμαθε περί του Ιησού, και έβαλε μεσίτες να παρακαλέσουν τον Δεσπότη Χριστό να του θεραπεύση αυτόν πού τόσο αγαπούσε, γιατί του ήταν χρήσιμος. Και ο Κύριος μας, ο καρδιογνώστης πού ξέρει τα πάντα χωρίς να του τα πουν, ξεκίνησε να πάει αν και ήξερε τελικά ότι δεν θα φθάση εκεί, αλλά για να αποδείξη την δύναμη της πίστεως.

Και όταν έμαθε ο εκατόνταρχος, πού δεν ήταν Ιουδαίος, αλλά εθνικός, ότι πηγαίνει ο δάσκαλος στο σπίτι του να θεραπεύση τον δούλο του, αισθάνθηκε την ταπεινότητα του, διότι αυτός πίστεψε σωστά, όχι σαν τους Ιουδαίους πού ποτέ δεν επίστεψαν, και είπε: «Πῶς εἶναι δυνατόν νά μπῆ στό σπίτι μου ἕνας τέτοιος μεγάλος, ἀφοῦ ἐγώ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλός;» Παρ’ όλο πού ήταν τόσο δίκαιος και έκανε τόσες αγαθοεργίες. «Δέν εἶναι ἀνάγκη νά κάνη τόν κόπο νά ἔρθη. Αὐτός δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι Θεός. Ἐφ’ ὅσον εἶναι Θεός, πῶς θά μπῆ στό σπίτι μου; Καί ἀπό δῶ ποῦ βρίσκεται μπορεῖ νά τόν θεραπεύση.

Ἀφοῦ εἶναι Θεός, εἶναι ἐξουσιαστής τοῦ παντός». Και άρχισε να φέρη σχετικά παραδείγματα και να λέη: «Κύριέ μου, ἔχω κατανοήσει πέρα γιά πέρα ὅτι ἐσύ εἶσαι Θεός, καί ἔχεις ἐξουσία, ὅπως ἔχω ἐγώ ποῦ εἶμαι ἑκατόνταρχος καί διατάζω τούς στρατιῶτες μου καί ἀκούουν. Λέω στούς ὑπηρέτες μου καί ὑπηρετοῦν πόσο μᾶλλον ἐσύ ποῦ εἶσαι Θεός ἐάν προστάξης τήν ζωή, δέν θά ἔρθη;» Και όταν το άκουσε ο Ιησούς, θαύμασε• στράφηκε πίσω και είπε στους άλλους: «Οὔτε μέσα στούς Ἑβραίους, γιά τούς ὁποίους ἐπεδήμησα, δέν βρῆκα τέτοια πίστη».

Μ’ αυτήν ακριβώς την πίστη και εμείς βαδίζομε. Γι αυτό ακριβώς και «ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται». Δεν βαδίζομε δι’ είδους. «Γιατί νά μοῦ ποῦν νά κάνω ὑπακοή; Γιατί νά μέ βάλουν νά κάνω ἀγρυπνία; Γιατί νά μοῦ ἐπιβάλουν νηστεία;». Πρέπει πάντοτε να έχωμεν υπ’ όψιν μας ότι διά πίστεως ακολουθούμε την παράδοση των Πατέρων και της Εκκλησίας και πίσω από την πίστη μας θα μάς δοθή το βραβείο της σωτηρίας. Βαδίζομε «διά πίστεως καί ὄχι δί’ εἴδους». Είδος σημαίνει την απόδειξη, το θαύμα. Αλλά το θαύμα λέει ο Παύλος, είναι για τους άπιστους και όχι για τους πιστούς.

Όταν ο Ιησούς μας μετά την ανάσταση Του συνάντησε τον Απόστολο Θωμά, πού έδειχνε μια μορφή απιστίας στην ανάσταση Του, του τόνισε. «Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες». Τούτο το γεγονός σαφώς δείχνει ότι η πίστη είναι ανωτέρα της αποδείξεως. Και εμείς ακριβώς «διά πίστεως» βαδίζουμε. Δεν ερευνούμε γιατί η Εκκλησία μας, γιατί η παράδοσή μας, γιατί οι Πατέρες μας, μάς έχουν χαράξει ένα πρόγραμμα. Εφ’ όσον το θέλει αυτό ο Θεός, για μάς είναι πλέον εντολή. Εμείς δεν ζούμε για κανέναν άλλο σκοπό σ’ αυτή την φυλακή της ζωής αυτής, αλλά στενάζομε κάθε μέρα στο πότε να σπάσουν τα τείχη και να βγούμε από το σκότος της φυλακής αυτής και να μεταφερθούμε στην αιωνιότητα, εκεί πού είναι το κέντρο της αγάπης μας και οι δούλοι Του, και οι φίλοι Του, και οι δικοί μας προστάτες Άγιοι.

«Καί γάρ ἐν τούτω στενάζομεν, τό οἰκητήριον ἠμῶν τό ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθε ἐπιποθοῦντες, εἰ γέ καί ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοί εὐρεθησόμεθα. Καί γάρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν βαρούμενοι ἐφ’ ὤ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ’ ἐπενδύσασθαι, ἴνα καταποθῆ τό θνητόν ὑπό τῆς ζωῆς». Δεν ερευνούμε στο γιατί μας είπαν να κάνωμεν μια διακονία, ή να τηρήσωμε μιάν εντολή, επειδή ακριβώς προέρχεται από τον Ιησού μας. Αγαπώντες Αυτόν, ανταποκρινόμενοι στην δική Του αγάπη με τις πτωχές και μικρές μας δυνάμεις, ένα μόνο έχομε να δείξωμε. Να τηρήσωμε «τούς λόγους τῶν χειλέων» Του και, αν είναι τρόπος ακόμα, γι Αυτόν να «φυλάξωμεν ὁδούς σκληρᾶς», όπως αναφέρει ο Προφήτης.

Γι αυτό όλοι μας με πίστη, χωρίς έρευνες, να ακολουθούμε την εκκλησιαστική μας παράδοση. Όχι γιατί αυτή τούτη η παράδοση θα μας χαρίση την σωτηρία. Την σωτηρία θα μας την δώση Εκείνος πού έδωσε τον νόμο. Εκείνος πού ίδρυσε την Εκκλησία. Εκείνος πού έδωσε τις εντολές. Και όταν τις φυλάξωμε, δεν είναι μακριά η επιτυχία. «Ἰδού ὁ ἐρχόμενος ἤξει», και τότε κάθε ένας μας θ’ ακούση, «εὖ δοῦλε, ἀγαθέ καί πιστέ, εἴσελθε εἰς τήν χαρά τοῦ Κυρίου σου». Αμήν.

Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός
Αθωνικά Μηνύματα

Εγγραφείτε στο Newsletter μας!   

Προσθέστε Σχόλιο

Εγγραφείτε στο Newsletter!

Εγγραφείτε στο Newsletter για να λαμβάνετε νέα & ενημερώσεις