Προσευχή | proseuxi.gr
Αρχική » Θεολογικος Λογος » Η Θεία Λειτουργία είναι έργο του Χριστού

Η Θεία Λειτουργία είναι έργο του Χριστού

Θεία Λειτουργία Θεία Λειτουργία ο Χριστός

Θεία Λειτουργία, Αυτός (ο Χριστός) είναι «ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος»

Η Θεία Λειτουργία, έργο του Χριστού

Όσα θα πούμε έχουν σχέση με μία συζήτηση που γίνεται γύρω από θέματα της Θείας Λειτουργίας. Συζήτηση για το πως πρέπει να διαβάζονται οι ιερατικές ευχές. Η παράδοση λέει ότι οι ευχές αυτές διαβάζονται μυστικώς. Κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι πρέπει να διαβάζονται «εις επήκοον πάντων». Όταν σ’ αυτήν την συνάφεια αναφερόμαστε σε παράδοση, εννοούμε την διδασκαλία που σώζεται μέσα σε ερμηνείες της Θείας Λειτουργίας από Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και στην τάξη που ακολουθείται στο Άγιον Όρος, όπου οι περισσότεροι αγιορείτες διαβάζουν τις ευχές μυστικώς.

Γύρω από αυτό το θέμα έχει δημιουργηθή, θα μπορούσε να πη κανείς, ένας λειτουργικός λαϊκισμός, που είναι στην πραγματικότητα σκληρός κληρικαλισμός. Αυτοί που ισχυρίζονται ότι οι ιερατικές ευχές πρέπει να διαβάζονται «εις επήκοον πάντων», στηρίζουν τον ισχυρισμό τους στην άποψη, ότι ο λαός πρέπει να ακούη τα πάντα, όλα όσα λέγονται στις εκκλησιαστικές τελετουργίες. Ρωτούν: υπάρχουν ευχές τις οποίες δεν πρέπει να ακούη το πλήρωμα της Εκκλησίας; Υπάρχουν ευχές που είναι μόνο για τους ιερείς, οι οποίοι έχουν την πολυτέλεια να προσεύχονται με τα νοήματά τους;

Παραθεωρώντας όλη την υπόλοιπη τελετουργία δίνουν την προσοχή τους μόνον στις μυστικές ευχές των ιερέων, τις οποίες ισχυρίζονται ότι πρέπει να ακούη και ο λαός. Δεν καταλαβαίνουν όμως ότι με αυτόν τον λαϊκιστικό ισχυρισμό τους ουσιαστικά επιβάλλουν στο πλήρωμα της Εκκλησίας έναν λειτουργικό κληρικαλισμό. Δέχονται ότι ο λαός είναι υποχρεωμένος να προσεύχεται με τα λόγια που προσεύχονται οι ιερείς. Αλλά μέσα στον χώρο της Εκκλησίας και μέσα στην λατρεία της ο καθένας έχει το δικό του χάρισμα, την δική του διακονία, και ο καθένας ανάλογα με το χάρισμα, την διακονία και την πνευματική του κατάσταση οφείλει να προσεύχεται με τον ιδιαίτερό του τρόπο.

Αλλιώς προσεύχεται ο ιερέας και αλλιώς ο λαϊκός, που μετέχει στην Θεία Λειτουργία.

Για να καταλάβουμε κάπως το θεμέλιο αυτού του λειτουργικού θέματος, θα δούμε την σημασία της λέξης λειτουργία. Συνήθως η λέξη αυτή ερμηνεύεται ως «έργο του λαού». Πράγματι, ετυμολογικά αυτή είναι η σημασία της, διότι προέρχεται από τις λέξεις λείτος=λαός και έργον. Με θεμέλιο την σημασία αυτή, όσοι θέλουν την «εις επήκοον πάντων» ανάγνωση των ιερατικών ευχών, συμπεραίνουν ότι ο λαός, για να συμμετέχη ενεργά, πρέπει να ακούη τα πάντα μέσα στην Θεία Λειτουργία.

Όμως, αν προσέξουμε λίγο περισσότερο το πως «λειτούργησε» αυτή η λέξη μέσα στην ιστορία, θα διαπιστώσουμε ότι η λέξη «λειτουργία», εκτός από «έργο του λαού», σημαίνει, όπως μας πληροφορεί το λεξικό Liddell Scott: «βαρύ τι δημόσιον έργον η καθήκον, όπερ οι πλουσιώτεροι των πολιτών επετέλουν ιδίαις δαπάναις». Αυτή είναι μια πιο εξειδικευμένη σημασία, αλλ’ όμως η πλέον γνωστή από την αρχαία ακόμη Αθήνα. Ήταν βαρύ δημόσιο έργο, που επιτελούσαν με δικές τους δαπάνες οι πλουσιότεροι από τους πολίτες. […]

Αν δούμε το πως πέρασε μέσα στην ελληνόφωνη Εκκλησία, ως Θεία Λειτουργία, αυτή η σημασία της λέξης «λειτουργία», κατανοούμε ότι, όταν μιλάμε για Θεία Λειτουργία, εννοούμε το έργο του Θεού· το «δημόσιο έργο», θα λέγαμε, του Θεού. Ο πάμπλουτος και πέρα από κάθε πλούτο «πολίτης», ο Χριστός, ο οποίος προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση πέρασε μέσα στην δική μας πολιτεία, μέσα στην δική μας ιστορία, για να μας προσφέρη τον εαυτό Του, αυτός ο πάμπλουτος πολίτης κάνει ένα πολύ σημαντικό έργο, το πιο σημαντικό έργο από όλα, το να μας προσλάβη στην δική Του δόξα, να μας δώση το Σώμα και το Αίμα Του, ώστε να αποκτήσουμε και εμείς εν Πνεύματι Αγίω την δική Του ζωή.

Η Θεία Λειτουργία, λοιπόν, είναι έργο του Χριστού. Είναι το έργο που κάνει ο Χριστός. Και, όπως λέμε στην Θεία Λειτουργία, Αυτός (ο Χριστός) είναι «ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος». Αυτός είναι που προσφέρεται, αυτός είναι που προσφέρει, αυτός είναι που προσδέχεται τα δώρα, τα κάνει Σώμα και Αίμα Του και με αυτά διαδίδεται σε όλους. Και μέσα σε αυτό το έργο της Θείας Λειτουργίας, το έργο του Χριστού, όλοι οι άλλοι είμαστε διάκονοι. Ο λειτουργός (ο ιερέας η ο αρχιερέας) διακονούν αυτό το μέγιστο Μυστήριο. Άλλο όμως είναι το έργο του αρχιερέως η του ιερέως, άλλος είναι ο τρόπος με τον οποίο στέκεται μέσα στην Θεία Λειτουργία ο πιστός.

Η μετοχή γενικά στην Θεία Λειτουργία, το κατανοεί ο καθένας, είναι η πλέον ιερή πράξη των μελών της Εκκλησίας. Σε αυτήν, υπακούοντας στην εντολή του Χριστού, τρώμε την σάρκα Του και πίνουμε το αίμα Του και αποκτούμε ζωήν αιώνιον.

Αυτό δείχνει την μεγάλη σπουδαιότητα που έχει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας για τον κάθε έναν από εμάς, αλλά συνακόλουθα και την σπουδαιότητα που έχει η τελετουργία του μυστηρίου, οι ύμνοι, οι προσευχές, οι συμβολικές κινήσεις, ακόμα και τα σκεύη, ο χώρος, ο διάκοσμος του χώρου μέσα στον οποίο τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

[…] Ο τρόπος ανάγνωσης των ευχών από τον λειτουργούντα ιερέα (μυστικώς, «καθ’ εαυτόν», εκφώνως η «γεγονυία τη φωνή»), όχι αυτές καθ’ εαυτές οι ευχές, θεωρείται από πολλούς ως το κεντρικότερο σύγχρονο λειτουργικό θέμα. Κάποιοι μάλιστα συνδέουν την αναζωπύρωση της λειτουργικής ζωής με την ανάγνωση των ιερατικών ευχών εκφώνως, θεωρώντας ότι είναι σύμπτωμα παρακμής το να διαβάζη κανείς αυτές τις ευχές μυστικώς. […]

Δεν είναι βέβαια αμαρτία το να ακούση κανείς τις ευχές που αναγινώσκει ο ιερέας μέσα στο Άγιο Βήμα. […] Αυτή η παραχώρηση η οικονομία έχει την σύγχρονη ψυχολογική και πνευματική της αιτία. Έχουμε συνηθίσει στον θόρυβο, έχουμε συνηθίσει στο να ακούμε συνεχώς λόγο, δεν αντέχουμε την σιωπή. Γι’ αυτό τις στιγμές που εύχεται μυστικώς ο ιερέας, χωρίς να ακούγεται καμιά ψαλμωδία από τους ψάλτες, τις θεωρούμε λειτουργικό κενό.

Ουσιαστικά είμαστε κενοί, δηλαδή δεν έχουμε κίνηση προς τον Θεό και αισθανόμαστε την σιωπή αυτή ως κάτι κενό στην λατρεία, ενώ η σιωπή είναι «ο λόγος του μέλλοντος αιώνος», όπως λένε οι Πατέρες μας και, δυστυχώς, εμείς αυτόν τον λόγο στην πράξη τον αγνοούμε και αυτήν την στάση την θεωρούμε κενό στην λατρεία. Αλλά από αυτήν την νοοτροπία, δυστυχώς, δεν μπορούμε να απομακρυνθούμε, γι’ αυτόν τον λόγο αναγκάζονται και οι ιερείς, σε αυτές τις περιπτώσεις, χαμηλοφώνως έστω, να λένε τις ευχές μέσα από το Άγιο Βήμα.

Δεν είναι, λοιπόν, αμαρτία να ακούμε τις ιερατικές ευχές, αλλά όμως δεν είναι του λαού, δεν είναι η προσευχή που έχει ανάγκη ο λαϊκός. Είναι προσευχές, πρέπει να το τονίσουμε αυτό, οι οποίες συντάχθηκαν από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας για την αδυναμία των ιερέων. Θα έπρεπε ο κάθε ιερέας να μην έχη ανάγκη από τέτοιες συντεταγμένες ευχές. Θα έπρεπε, όπως στην πρώτη Εκκλησία οι Προφήτες, να προσφέρη την Ευχαριστία κατά την έμπνευσή του και κατά την δράση του Αγίου Πνεύματος μέσα στον νου και την καρδιά του. Θα έπρεπε να αναπέμπη την δική του ευχή, να κάνη την δική του «αναφορά», καθοδηγούμενος από το Άγιο Πνεύμα.

Επειδή όμως αυτό το χάρισμα έχει αδυνατίσει και έχει ατονήσει, η Εκκλησία μας για την αδυναμία των ιερέων όρισε συντεταγμένες ευχές, ώστε τουλάχιστον να τις διαβάζη ο ιερέας και με αυτές να προσεύχεται και να συγκεντρώνη τον νου του και να αναπέμπη την κατάλληλη για εκείνη την περίσταση ευχή προς τον Θεό.

Πρέπει να πούμε ότι οι εκφωνούμενοι λόγοι στην Θεία Λειτουργία καλύπτουν πλήρως την εσωτερική ανάγκη του πιστού για προετοιμασία της μυστικής υποδοχής του Χριστού.

Αποσπάσματα από ομιλία κατά τον Γ Κατανυκτικό Εσπερινό στον Ι. Ναό Αγίου Δημητρίου Ναυπάκτου, στις 19 Μαρτίου 2017. Το θέμα της ομιλίας ήταν: «Οι μυστικές ευχές των λαϊκών».

Πρωτοπρεσβύτερου Θωμά Βαμβίνη
Εφημερίδα «Εκκλησιαστική παρέμβαση»
Σεπτέμβριος 2017 – Τεύχος 254

Εγγραφείτε στο Newsletter μας!

Προσθέστε Σχόλιο

Ροή Άρθρων

Διάφορα

Εγγραφείτε στο Newsletter!

Εγγραφείτε στο Newsletter για να λαμβάνετε νέα & ενημερώσεις